Ορισμός της Πειρατείας

security.gr-logo-out-default.jpg

Η πειρατεία είναι ένα από τα σοβαρότερα εγκλήματα του Διεθνούς Δικαίου. Αν αναλογιστούμε
ότι πάνω από το 80% των εμπορικών μεταφορών γίνεται με πλοία μπορούμε εύκολα να
αντιληφθούμε την βαρύτητα αυτού του φαινομένου.
Για τον ακριβή ορισμό της πειρατείας δεν υφίσταται σύμφωνη γνώμη των διεθνολόγων. Κατά
τον επίσημο ορισμό του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, όπως περιλαμβάνεται στο άρθρο
100, 101, της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών ( 1982 ), ( “περί ανοικτών θαλασσών” ),
πειρατεία ονομάζεται κάθε πράξη βίας ή αιχμαλώτισης ή απόσπασης, η οποία διαπράττεται
στην ανοιχτή θάλασσα ή τα διεθνή ύδατα από το πλήρωμα ή τους επιβάτες ενός ιδιωτικού
πλοίου ή αεροσκάφους ( εάν πρόκειται για αεροπειρατεία ), και στρέφεται εναντίον
προσώπων ή ιδιοκτησίας που μεταφέρονται μ’ ένα άλλο σκάφος.

Διάκριση
Κατά την κρατούσα άποψη και την σύγχρονη πρακτική η πειρατεία συνίσταται από τις
ακόλουθες πράξεις :
1. Κάθε παράνομη πράξη άσκησης βίας ή κράτησης ή πράξη διαρπαγής που τελείται για
ιδιωτικούς σκοπούς υπό του πληρώματος, ή επιβατών ενός πλοίου ή αεροσκάφους και
στρέφεται : α) εις μεν τις ανοιχτές θάλασσες εναντίον άλλου πλοίου ή αεροσκάφους ή
εναντίον προσώπων ή περιουσίας επί του ίδιου σκάφους ή αεροσκάφους, β) Εναντίον
πλοίου ή αεροσκάφους, προσώπων ή περιουσιακών στοιχείων σε τόπο μη υποκείμενο
σε δικαιοδοσία κάποιου κράτους.
2. Κάθε πράξη εκούσιας συμμετοχής σε παραπάνω δράση του πλοίου ή αεροσκάφους με
πλήρη γνώση ότι καθίσταται αυτό πειρατικό.
3. Κάθε πράξη υποκίνησης ή εκ προθέσεως διευκόλυνσης μίας εκ των παραπάνω
πράξεων.

Εξαιρέσεις
Σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν αποτελεί πειρατεία η διάπραξη τέτοιων ενεργειών από τις
νόμιμες αρχές ενός κράτους στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους, π.χ. στο ενδεχόμενο
που μεταφέρονται με το σκάφος παράνομα εμπορεύματα, έχει εισέλθει παράνομα στα χωρικά
ύδατα ή έχει εκδοθεί εντολή κατάσχεσής του. Είναι όμως πειρατεία η διάπραξη τέτοιων
ενεργειών από πλήρωμα σκάφους που ανήκει μεν στις νόμιμες αρχές αλλά έχει στασιάσει το
πλήρωμά του, εξομοιούμενο έτσι σε ιδιωτικό.
Επίσης, δε χαρακτηρίζεται πειρατεία η αιχμαλώτιση και η καταλήστευση ενός σκάφους από τις
ένοπλες δυνάμεις μιας εχθρικής χώρας σε καιρό πολέμου- σε αυτήν την περίπτωση μιλάμε
περί απόσπασης λείας , αντίστοιχης της λαφυραγώγησης στον κατά ξηρά πόλεμο.

Ετυμολογία – βασικές έννοιες
Οι λέξεις «πειρατεία» και «πειρατής» προέρχονται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα πειράω-ῶ, το
οποίο σημαίνει προσπαθώ, δοκιμάζω. Η πρώτη γραπτή εμφάνισή τους (τοῖς πειραταῖς) γίνεται
σε ένα αθηναϊκό ψήφισμα της ελληνιστικής περιόδου προς τιμήν του στρατηγού Επιχάρους ,
ο οποίος κατά το Χρεμωνίδειο πόλεμο διακρίθηκε στη φύλαξη των ακτών της πόλης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η πειρατεία ήταν ανύπαρκτη πριν τα ελληνιστικά χρόνια – τουναντίον,
από τις απαρχές της ιστορίας είχε ενδημικό χαρακτήρα σε πολλά μέρη της Μεσογείου. Η
αρχαία ελληνική γραμματεία βρίθει αναφορών από τα ομηρικά κιόλας έπη, για ομάδες που
επέδραμαν από θαλάσσης εναντίον ξένων πλοίων ή παραλιακών πόλεων με σκοπό τον
προσπορισμό πλούτου και σκλάβων. Χρησιμοποιούσε όμως τη λέξη «ληστής», τόσο για την
κατά ξηρά όσο και για την κατά θάλασσαν ληστεία.
Κατά το μεσαίωνα εμφανίσθηκε στη Δυτική Ευρώπη ένας νέος εννοιολογικός διαχωρισμός,
όσον αφορά το ηθικό και νομικό περιεχόμενο της πειρατείας. Ως πειρατής περιγραφόταν πια ο
παράνομος που λήστευε πλοία τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και πολέμου, ενώ ως κουρσάρος
(από τo γαλλικό corsaire) ο ιδιώτης που εξουσιοδοτείτο από τις αρχές ενός κράτους να
διαπράττει πειρατικές ενέργειες εναντίον εχθρικών, (προς το κράτος εντολέα), πλοίων και
πόλεων σε καιρό πολέμου («κούρσα»). Βεβαίως ο κουρσάρος της μιας αντιμαχόμενης
πλευράς, όσες εξουσιοδοτήσεις κι αν διέθετε, συνέχιζε να θεωρείται πειρατής για την άλλη.
Με την εμφάνιση των εναερίων μεταφορικών μέσων κατά τον 20ό αιώνα δημιουργήθηκε
ακόμα ένας όρος: η αεροπειρατεία, δηλαδή η ανάληψη του ελέγχου ενός πολιτικού
αεροσκάφους (ή τμήματός του) από άτομα διαφορετικά από το νόμιμο πλήρωμά του, ή ακόμα
και η χρήση ενός αεροσκάφους από το νόμιμο πλήρωμά του, αλλά με διαφορετικό σκοπό από
αυτόν που είναι εντεταλμένο.
Τέλος, τα τελευταία χρόνια η λέξη «πειρατεία» χρησιμοποιείται για να συνυποδηλώσει
διάφορες παράνομες ενέργειες που δεν έχουν σχέση με το κυριολεκτικό νόημά της. Πιο
χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πειρατεία λογισμικού, δηλ. η παράνομη χρήση, αντιγραφή
ή διάδοση με ψηφιακό τρόπο υλικού που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.

Βασικές δράσεις
Οι βασικές δράσεις που μπορεί να λάβουν χώρα κατά την διαδικασία της πειρατείας είναι οι
ακόλουθες :
1.Επιβίβαση στο πλοίο
2.Εκβιαστική απόσπαση χρημάτων
3.Κράτηση ομήρων
4.Απαγωγή ατόμων, μελών του πληρώματος, για λύτρα
5.Δολοφονίες
6.Ληστείες γενικής φύσεως
7.Σαμποτάζ του πλοίου το οποίο συχνά καταλήγει σε βύθιση του
8.Καταστροφή μερών του πλοίου και πρόκληση υλικών ζημιών
9.βύθιση του πλοίου (σκόπιμα)

Τα είδη των πειρατών
Οι πειρατές ανήκουν κυρίως στις παρακάτω κατηγορίες με σκοπό να συγκροτούν οργανωμένες
ομάδες που συνεργάζονται και αποδίδουν άψογα, αφού ο καθένας συμπληρώνει τον άλλο:
• Παλιοί ψαράδες , οι οποίοι θεωρούνται οι ‘εγκέφαλοι’ των επιχειρήσεων καθώς είναι
άριστοι γνώστες της θάλασσας.
• Παλιοί στρατιωτικοί, οι οποίοι κατέχουν την δύναμη και την ικανότητα άμεσης
επιβολής της δύναμης αυτής.
• Οι τεχνικοί ειδήμονες, οι οποίοι γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τα τεχνοκρατικά θέματα,
έχουν άριστες ικανότητες στην χρήση υπολογιστών και του γενικότερου εξοπλισμού
καθώς και στην χρήση δορυφορικών τηλεφώνων, συστημάτων GPS και στρατιωτικού
εξοπλισμού.
Οι τρείς αυτές κατηγορίες μοιράζονται τα λύτρα τα οποία λαμβάνονται από τους πλοιοκτήτες.
Γενικά παρατηρείται μια τάση, οι πειρατές, να γίνονται όλο και πιο επιθετικοί με το πέρασμα
του χρόνου και να χρησιμοποιούν όλο και πιο βίαιες και άγριες τακτικές.
Δύο ευρύτερες κατηγορίες στις οποίες μπορούμε να κατατάξουμε τους δράστες είναι:
• Οι ‘οπορτουνιστές’ πειρατές που δρουν κοντά στην στεριά σένα εύρος 100 ναυτικών
μιλίων.
• Οι πιο καλά οργανωμένοι και πειθαρχημένοι, που δρουν σ’ ένα εύρος 600 μιλίων.

 

Share!